Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011

Βόλτα στα δάκτυλα

Πριν πολλά χρόνια… Οι εποχές βαγόνια ενός αόρατου συρμού περνάνε φορτωμένες γεγονότα. Εκείνη την άνοιξη όμως…

Δούλευα στην Εντατική Μονάδα, μόνιμη απογευματινή βάρδια 3μμ-11μμ.

Καθημερινά καθώς ανηφόριζα το δρόμο για το πέτρινο κτίριο απέναντι από την είσοδο των Εξωτερικών Ιατρείων, την έβλεπα να κάθεται σ’ ένα παγκάκι μόνη της.

Μια γέρικη αναρριχώμενη τριανταφυλλιά με λιγοστά τριαντάφυλλα πάνω από το κεφάλι της, αντί να δροσίζει την εικόνα την έκανε ακόμη πιο καταθλιπτική στα μάτια μου.

Στην Εντατική Μονάδα, ένα μήνα τώρα, νοσηλευόταν η κόρη της που «απλώς λιποθύμησε» όπως είπε στον γιατρό καθώς έδινε το ιστορικό. «Ήταν γερό το παιδί μου γιατρέ θα γίνει καλά ε»;

«Απλώς λιποθύμησε και απλώς εγκατέστησε μια βαριά εγκεφαλική αιμορραγία» μουρμούρισε αυτός.

Σε μας δε μίλησε ποτέ. Όλοι οι συνοδοί των ασθενών που έμεναν πάνω από μια εβδομάδα αλλιώς μας είχαν συνηθίσει. Από τις πρώτες μέρες κιόλας μαθαίναμε τα πάντα γύρω από την πονεμένη ιστορία τους κι όσο περνούσε ο καιρός πρόσθεταν κι άλλα κι άλλα ώσπου, η λύπη στην κορύφωσή της, μ’ έναν άγνωστο μηχανισμό μετατρεπόταν σε κούραση.

Μας κούραζαν οι συνοδοί με τα κλάματά τους, τις ιστορίες τους, τ’ αγιασμένα λάδια τους που λέρωναν τα σεντόνια των αρρώστων.

Δεν το ζήτησε ποτέ, όμως γρήγορα κατάλαβα πως κι αυτή κουραζόταν απ’ την φασαρία των άλλων συνοδών γι’ αυτό φρόντιζα να τη βάζω κρυφά απ’ την πλαϊνή πόρτα της Μονάδας σε ώρες που δεν είχε επισκεπτήριο.

Δε μ’ ευχαρίστησε ποτέ. Κάθε φορά μόνο έκανε ένα αμυδρό κούνημα του κεφαλιού εμπρός που μπορεί να ήταν και η φόρα που έπαιρνε για να βρεθεί μια στιγμή γρηγορότερα με τη μοναχοκόρη της.

Μέσα στο δωμάτιο, αφού πρώτα έριχνε μια-δυο πανοραμικές ματιές σα να το ’βλεπε για πρώτη φορά, τραβούσε μια καρέκλα και καθόταν.

Χάιδευε πρόχειρα και βιαστικά το μέτωπο της κοπέλας κι ύστερα της έπιανε το χέρι. Απαλά άγγιζε ένα ένα τα πρησμένα από την ακινησία δάκτυλα.

Ξεκινούσε από τη βάση της πρώτης φάλαγγας στριφογυριστά σα να τοποθετούσε ένα αόρατο δακτυλίδι κι ύστερα αργά κατηφόριζε στις άλλες, ώσπου χαϊδεύοντας πάντα, έφτανε στο ακροδάκτυλο, στεκόταν για λίγο πάνω στο άσπρο νύχι και με τον ίδιο τρόπο επέστρεφε πίσω για να συνεχίσει με το άλλο δάκτυλο, με το άλλο χέρι.

Μια δυο τρεις πολλές φορές γινόταν αυτή η βόλτα κι ήταν μέρες που θαρρείς αυτό δεν έφτανε, τότε γύριζε το χέρι από την ανάστροφη και ξανάρχιζε από την αρχή μια δυο τρεις πολλές φορές.

Τον κώδικα επικοινωνίας δεν τον έσπασα ποτέ.

Πολλές φορές σκεφτόμουν πως θα ήταν καλύτερα να φώναζε, να έκλαιγε σπαρακτικά, να έπιανε φιλίες μαζί μου, ακόμη και να με κατηγορούσε για κάτι έστω, μόνο να άκουγα τον ήχο του πόνου της. Γιατί τη σιωπή της τη ζήλεψα, με σημάδεψε η ησυχία που ακουμπούσε τριγύρω της και τη θυμάμαι ακόμη από κείνη τη ζεστή σαν καλοκαίρι, λίγο πριν το τέλος της άνοιξη, χρόνια πριν.

ΟΛΥΜΠΙΑ ΣΤΑΥΡΟΥ

ΥΓ
Από την ενότητα Λευκές ιστορίες

Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

Μικρές γωνίες

Τραβάω τις άκρες της μέρας
να ενώσω εκείνο το διαλυμένο μεσημέρι
που ήρθες περπατώντας πάνω στο χαμόγελό μου
έδωσες μια με το μικρό σου δαχτυλάκι
γκρέμισες όλα τα κρύσταλα της ψυχής μου
κι άφησες μέσα μου
χιλιάδες μικρές γωνίες να με τρυπάνε

Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011

Τα χείλη σου

Χίλια πράγματα μπορούν να κάνουν τα χείλη σου

να συγκρατούν μια πρόκα, ας πούμε
όπως ο τσαγκάρης πριν με το σφυράκι του
καρφώσει τις χαλασμένες σόλες

να ακουμπήσουν στο μέτωπο ενός παιδιού
όταν έχει πυρετό, όπως κάνουν οι μανάδες

να ψιθυρίσουν καλημέρες που δεν τις πιστεύουν,
όπως όλοι μας

χίλια μπορούν τα χείλη σου
αλλά εσύ
άστα να κουράζονται επάνω στο κορμί μου

ΟΛΥΜΠΙΑ ΣΤΑΥΡΟΥ

Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011

Μην θλίβεσαι...


...που είναι άδεια τα μάτια των αγαλμάτων
ακόμα κι αν οι εφημερίδες κουβαλούν αποσπασματικούς θανάτους
εσύ να μη μου θλίβεσαι.

Τρίτη 22 Ιουλίου 2008

Καταιγίδες

Θα δέσω τους ανέμους μου
να μη στεγνώνουν τα πουκάμισα
να στάζουν καταιγίδες διαρκώς
όλη η αυλή να πλημυρίσει
να σβήσει το νερό τα περιγράμματα
τις αποστάσεις να μικρύνει

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2008

Ίσκιος πολιορκητής

Το σώμα σου μεγάλωσε, έγινε ίσκιος και φέρνει γύρω μου γυροβολιές ζεϊμπέκικου. Τρομάζω με τους ήχους μα πιο πολύ με τις αναμνήσεις, όταν θυμάμαι την Κατερίνα ντυμένη στα λευκά να πίνει λαίμαργα κονιάκ, τη Μαρία να αγοράζει παπούτσια Timperland στην Τσιμισκή τη Σούλα
με τις πράσινες φόρμες του χειρουργίου, να δακρύζει.
Και σένα μωρό μου να μεγαλώνεις, να μεγαλώνεις ώσπου ίσκιος να γίνεσαι,
να προηγείσαι και να έρχεσαι να με περικυκλώνεις....
Αλλά ποιος κατάφερε τις αναμνήσεις του να αγγίξει;


Τρίτη 15 Ιουλίου 2008

Ένας χρόνος και κάτι

Kι έτσι στα ξαφνικά έρχεται ένας καταραμένος Απρίλης
σου παίρνει τη ζωή,
στην κάνει κομματάκια, σου λέω ξέφτια μένουν απ' αυτήν
κι ενώ στην αρχή χάνεις τ' αυγά και τα καλάθια
και οι μέρες με τις νύχτες
ανακατεύονται τόσο καλά που όλα γύρω σου γίνονται γκρίζα,
ξυπνάς ένα πρωί κι αντικρύζεις τη μέρα
κι ύστερα το σούρουπο παραφυλάς κι έρχεται η νύχτα σαν να μην άλλαξε τίποτε
όπως εκατομύρια χρόνια τώρα
τίποτε
μόνο η ανάσα σου άλλαξε ήχο κι ακούγεται τραχιά καθώς ανηφορίζει από τα
πληγωμένα σωθικά σου.