Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

ΝΕΚΡΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ ΣΤΟΝ ΕΒΡΟ

Δάνεισέ μου ένα αγριοτριαντάφυλλο
να μην κρυώνει η χούφτα μου
γιατί αυτός ο χειμώνας
κρατάει δώδεκα μήνες
και τα ποτάμια φούσκωσαν

Δάνεισέ μου ένα κομματάκι όχθης
για να στεγνώνει η μετανάστευση
η δική μου
και των άλλων δέκα
που πνιγήκαμε φέτος
προσπαθώντας λαθραία
να περάσουμε τα νερά του ποταμού

ΟΛΥΜΠΙΑ ΣΤΑΥΡΟΥ

Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

Ολυμπία Σταύρου: Παραμύθια στο Ηλιόλουστο, συνέντευξη στο Κιλκίς

Παραμονή Χριστουγέννων, στο Ηλιόλουστο του Κιλκίς, καλεσμένη του Ποντιακού συλλόγου Προμηθέας:












Δυο μέρες μετά τα Χριστούγεννα, εφημερίδα Μαχητής του Κιλκίς, συνέντευξη:



Το κείμενο:

Μία λογοτέχνης με κιλκισιώτικες «ρίζες» άρχισε να καταξιώνεται ως ειδική στην θεατρική αφήγηση παραμυθιών, διοργανώνοντας και σχετικές παραστάσεις.
Πρόκειται για την Ολυμπία Σταύρου, που γεννήθηκε και ζει στην Θεσσαλονίκη, ασχολήθηκε από νωρίς με την ποίηση, και ποιήματά της δημοσιεύθηκαν στα περιοδικά «Εντευκτήριο» και «Ένεκεν». Εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Σκόνη σε γυαλιά ηλίου» («Μπιλιέτο», Παιονία Αττικής 1997)

Η Ολυμπία Σταύρου εξειδικεύθηκε στην θεατρική αφήγηση παραμυθιών, ενώ συνεχίζει να γράφει παραμύθια.
Παραμύθια, λόγια που άντεξαν αιώνες, πετάνε από χείλη που χαίρονται να μιλάνε, κυματίζουν σε τρυφερές ψυχές και έχουν μια παγκόσμια αύρα σοφίας.
Τα παραμύθια της Ολυμπίας Σταύρου είναι χουχουλιασμένα στην μάλλινη κουβέρτα της γιαγιάς, που μπορεί να μεγάλωσε στο Πάικο, την Πίνδο ή τα Ιμαλάια, στον Καύκασο, την Οδησσό ή την Σμύρνη, στο Λονδίνο ή το Μπουένος Άυρες, σε καταυλισμό νομάδων στην ύπαιθρο, σε πέτρινο χωριουδάκι ψηλά σκαλωμένη αετοφωλιά ή σε διαμέρισμα πρώτου ορόφου σε πόλη ελληνική ή γαλλική, ρωσσική ή κινέζικη, ισπανική ή βραζιλιάνικη, πόλη του κόσμου όλου.
Παραμύθι, σαν κάτι απίστευτο! Θέατρο, σαν κάτι μη αληθινό. Αφήγηση, σαν κάτι που μπορεί και να μην έγινε.
Θεατρική αφήγηση παραμυθιού, κάτι που γίνεται, είναι αληθινό και πιστευτό.
Ιστορίες από όλον τον κόσμο, δίνονται με λόγια και αντικείμενα, μουσικές και ήχους, κίνηση και ρυθμό, έτσι ώστε η σιωπή να γίνεται ανάσα και η φωνή ουρανός με πουλιά, ο ήλιος άντρας ευθυτενής κι όλοι οι ήρωες του παραμυθιού, λυγερές κοπέλες και μαραμένες μάγισσες, νιοι και μεσόκοποι, πραματευτάδες και γαλαζοαίματοι, στοιχειά και δράκοι, ένα αντάμα, μ' ένα σκοπό: Να λάμψει το παιδικό πρόσωπο από χαρά, να σκάσει ένα μειδίαμα τα χείλη του ενήλικου.

Οι παραστάσεις της Ολυμπίας Σταύρου είναι σχεδιασμένες για μικρό ακροατήριο και πολλές ηλικίες. Ιστορίες για μεγάλους, παραμύθια για μικρούς. Από την λαϊκή παράδοση όλων των λαών, από την κλασική λογοτεχνία, από την ζωή την ίδια.
Η Ολυμπία Σταύρου απαντά στα τηλέφωνα 2310640424 και 6932197426 και συζητεί με το κοινό ώστε να προσαρμόζει κάθε φορά την παράσταση στα μέτρα της ιδιαίτερης προτίμησής του.

Για το κείμενό της, τον τρόπο της εκ μέρους της προσέγγισης της Τέχνης και τις δραστηριότητές της έδωσε πριν λίγες ημέρες την ακόλουθη συνέντευξη στο δημοσιογραφικό συγκρότημα του «Μαχητής»:

«Η τέχνη μιλά
στην ψυχή μου»

-Ποια είναι η σχέση σας με το Κιλκίς;
-Η μητέρα μου έζησε τα πρώτα χρόνια της στην Βάθη, ο σύζυγός μου γεννήθηκε στο Ηλιόλουστο στο οποίο και καταφεύγω συχνά πυκνά, ακόμα και για ένα απόγευμα ή για ένα ξημέρωμα. Λατρεύω επίσης τη Σαββατιάτικη βόλτα στο παζάρι και τα καφέ του Κιλκίς.
- Γράψατε ποίηση, αφηγείστε παραμύθια, σκηνοθετείτε θεατρικές παραστάσεις και δεν διστάσατε να υποδυθείτε πολλούς χαρακτήρες για την ανάγκη παρουσίασης ενός βιβλίου, αποδίδοντας θεατρικά μια ανθολογία έργων της ελληνικής λογοτεχνίας με θέμα τη μοτοσυκλέτα. Υπάρχει κάτι που τα συνδέει όλα αυτά;
-Όλα αυτά είναι Τέχνη που μιλάει στην ψυχή μου. Έπρεπε να βρω τον τρόπο να της ψιθυρίσω το ευχαριστώ μου. Ο κάθε άνθρωπος έχει έναν διαφορετικό τρόπο έκφρασης των συναισθημάτων και των απωθημένων του. Ο δικός μου, αν και φαίνεται πληθωρικός έτσι όπως απαριθμήσατε τις δραστηριότητές μου, είναι λιτός και βαθειάς ωρίμανσης. Έχω εκδώσει μία μόνο ποιητική συλλογή κι ας έχω στο συρτάρι μου αρκετά ποιήματα ακόμη. Δουλεύω εδώ και χρόνια δικά μου παραμύθια και μικρά διηγήματα αλλά τώρα μόλις αποφάσισα να τα βγάλω, λίγα-λίγα στο φως. Σκηνοθέτησα τέσσερις παραστάσεις για τέσσερις διαφορετικούς λόγους-προκλήσεις καλλιτεχνικού χαρακτήρα αφού έχω υποστεί ως θεατής κάθε είδους πρωτοπορία και ματαιοδοξία από ανθρώπους που εκστασιάζονται με τον Πιραντέλο και αγνοούν τον Σκαρίμπα, «αρπάζουν» ένα κείμενο και πριν το κατανοήσουν του αλλάζουν τα φώτα με περικοπές και -άκουσον, άκουσον- προσθήκες, δήθεν για τις ανάγκες της προσωπικής τους ματιάς. Έτσι λοιπόν σκηνοθέτησα πεντάχρονα και δεκάχρονα παιδιά χωρίς καμία υποχώρηση ως προς την υποκριτική τους ικανότητα, βρέθηκα να υπερασπίζομαι σύγχρονα κείμενα που δεν παπαγάλιζαν τηλεοπτικές ατάκες και γνωστές συνταγές.

«Αν δεν υπήρχαν
τέτοιοι λόγοι»

Η δεύτερη δουλειά μου συνέθετε σε μια θεατρική παράσταση κείμενα προερχόμενα από διαφορετικά είδη λόγου με μόνο κριτήριο την λογοτεχνική τους ποιότητα και την αναφορά τους στη Γυναίκα. Η θεατρική απόδοση σε ενιαίο ύφος δημοτικών τραγουδιών και αγαπημένων ποιημάτων της Δημουλά ή της Γώγου, σελίδες από ημερολόγια και λευκώματα μαζί με αποσπάσματα από μυθιστορήματα και θεατρικά έργα, θέατρο σκιών του Μόλλα και διήγημα του Χατζή, «Μάνα, Μητέρα, Μαμά» του Διαλεγμένου και Μήδεια του Μποστ, ήταν το δικό μου στοίχημα να μιλήσω σκηνοθετικά για την Γυναίκα όπως τη γνώρισα στα έργα που χάρηκα όταν τα μετέλαβα. Όπως και όταν έπρεπε να βγει προς τα έξω ένα θεατρικό στηριγμένο στην παράδοση του θεάτρου σκιών αλλά με σύγχρονο θέμα δέχτηκα να κριθώ από την ταυτόχρονη παρουσία ζωντανών ηθοποιών μπροστά στη σκηνή και χάρτινων ηρώων φωτισμένων πίσω από το πανί κι ας φαινόταν ακατόρθωτο με μια πρώτη ματιά να εμφανιστεί σκιά στον μπερντέ όταν φωτίζεται ταυτόχρονα από πίσω και από μπροστά. Αν δεν υπήρχαν τέτοιοι λόγοι, δεν θα σκηνοθετούσα. Χαίρομαι που υπήρξαν. Αν δεν είχα κουραστεί από αμέτρητες μονότονες και πληκτικές παρουσιάσεις βιβλίων δεν θα τολμούσα να βγω στη σκηνή και να διαβάσω με τον δικό μου τρόπο ποιήματα, διηγήματα και αποσπάσματα από μυθιστορήματα. Αν δεν είχα γευτεί την ομορφιά της αφήγησης από το πάθος του πατέρα μου ή της μάνας μου για τα δύσκολα μετεμφυλιακά χρόνια δεν θα τολμούσα να αφηγηθώ παραμύθια...

«όχι μόνο ορθοφωνία»

-Οι αφηγήσεις για τον εμφύλιο πόλεμο και τις συνέπειές του σας οδήγησαν στα παραμύθια;
-Δεν υπάρχει αναίμακτο παραμύθι, δεν υφίσταται λαϊκή τέχνη αν δεν ενστερνιστεί το τραγικό και τη θυσία, δεν αναδύεται ο έρωτας αν δεν βιωθεί η απώλεια. Ναι, η εκτέλεση το 1949 του πατέρα της με συνοπτικές διαδικασίες από έκτακτο στρατοδικείο του κράτους-νικητή που έπρεπε να εξοντώσει όποιον του αντιστάθηκε και η γνωριμία της στα είκοσι με τον κόσμο των φυλακών σαν πολιτική κρατούμενη, οδήγησε τη μάνα μου σε εκπληκτικές αφηγήσεις με φόντο την ελληνική πραγματικότητα. Αυτό το πάθος της αφήγησης, η οποία κατάφερνε να έχει τη μυρωδιά του εγκλεισμού και την πνιγηρή αίσθηση της βιωμένης αδικίας, θέλησα να μιμηθώ. Τα παραμύθια που αφηγούμαι στα παιδιά φυσικά και δεν μιλάνε για τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο. Αντλούνται από την ελληνική και παγκόσμια παράδοση. Το πάθος το δικό μου και η ιδιαιτερότητα στην αφήγησή μου έχουν συγκεκριμένα γονίδια που τα γέννησαν και θα ήταν υποκρισία να τα αρνηθώ. Η αφήγηση δεν μπορεί να είναι μόνο ορθοφωνία. Χωρίς εσωτερική ένταση, όλοι οι ήχοι είναι όμοιοι και κανένα παιδί δεν θα σου χαρίσει την προσοχή του για τριάντα και πενήντα λεπτά. Σε κάθε παραμύθι νιώθω την ανάγκη να υποδύομαι ρόλους, πρέπει με την ανάσα μου και το σώμα μου να αναπαραστήσω ατμόσφαιρα και ύφος, πρέπει με τα μικροαντικείμενα και τις μεταμορφώσεις μου να γίνω ένας μικρός μάγος που απαιτεί την προσήλωση του μικρού θεατή. Όσο πιο γνωστό είναι το παραμύθι τόσο μεγαλύτερη η αγωνία για μια ενδιαφέρουσα παρουσίασή του.

«Μπαχαρικά της ψυχής»

- Το κοινό σας είναι μόνο μικρά παιδιά;
- Δουλεύω παράλληλα και αφηγήσεις για ενήλικες. Εκεί τα μέσα διαφέρουν όπως διαφέρει και ο λόγος που γίνεται μια αφήγηση σε μεγάλους ανθρώπους. Ουσιαστικά τότε πρόκειται για μια νέα πρόταση ανάγνωσης. Διηγήματα, που τα προσπέρασα διαβάζοντάς τα στο φυσικό τους χώρο, το βιβλίο ή το περιοδικό που δημοσιεύτηκαν, με συγκλόνισαν όταν τα άκουσα από μάστορες της αφήγησης στο ραδιόφωνο ή σε παρέες, που περνάνε και μ' αυτόν τον τρόπο την ώρα τους. Και έχω νωπή την εντύπωση από τις δικές μου παρουσιάσεις, όπου άνθρωποι μού επισημαίνουν ότι, ακούγοντας, ανακάλυψαν πράγματα που δεν είχαν σκεφτεί διαβάζοντας. Με τίποτε δεν μπορεί η αφήγηση να υποκαταστήσει το διάβασμα όπως ακριβώς το μπαχαρικό δεν μπορεί να πάρει τη θέση του γεύματος. Δεν του δίνει όμως μιαν άλλη διάσταση; Δεν είναι κάθε μπαχαρικό κι ένα άλλο μονοπάτι για την επίτευξη του σκοπού που είναι η τέρψη; Μπαχαρικά της ψυχής μου πασπαλίζω στα κείμενα που επιλέγω να αφηγηθώ.
- Επιμένετε στον όρο αφήγηση. Δεν διαβάζετε τα κείμενα ακόμη κι αν είναι λογοτεχνία που δεν σηκώνει παραβιάσεις;
- Αφήγηση δεν σημαίνει κατ' ανάγκην αλλοίωση. Ζήτημα ελέγχου της υπευθυνότητάς μου είναι αν δεν καταφέρω να διατηρήσω το γλωσσικό ιδίωμα και τους χυμούς μιας ιδιότροπης γραφής. Δεν έκανα τυχαία την αναφορά μου στον Σκαρίμπα πιο πάνω ή στον Μποστ. Δεν μπορείς να εκφωνήσεις μια περίληψη ενός κειμένου του Μποστ και να ισχυρίζεσαι ότι αφηγείσαι Μποστ. Φυσικά και όταν επιλέξω να αφηγηθώ Παπαδιαμάντη θα κριθώ αν αυτό που θα ακουστεί δεν θα είναι αυτό που έγραψε ο Παπαδιαμάντης. Εγώ προσπαθώ να δώσω φωνή και χρώμα σ' αυτό που έγραψε ο συγγραφέας. Πιθανόν αυτό να μην είναι απαραίτητο, θα μου πείτε. Να είναι περιττό. Να μην χρειάζεσαι βρε αδερφέ το δικό μου χρώμα! Δεκτόν. Με προσπερνάς. Όμως η ομορφιά μιας λέξης βρίσκεται ή στον ήχο της ή στο νόημά της, μας μεταφέρει μια φράση του Λικύμνιου ο Αριστοτέλης και προσθέτει: το ίδιο βέβαια και η ασχήμια της. Ελπίζω οι ήχοι των λέξεων απ' τα χείλη μου να φανερώνουν λίγη από την ομορφιά που είχε κατά νου ο συγγραφέας όταν την έγραφε. Στον Δημόκριτο αποδίδεται η φράση πως η μουσική εμφανίστηκε αργότερα από άλλες τέχνες και το αιτιολογούσε λέγοντας ότι έχει προκύψει όχι εξ ανάγκης, αλλά από περίσσεια. Πόσο αναγκαία ήταν για τη ζωή μας όμως αυτή η περίσσεια που γέννησε τη μουσική;

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2011

Βαρδάρης γίνεσαι

Μ`ανάσες μετράω την απόσταση
μα εσύ Βαρδάρης γίνεσαι
όταν κοπάσεις την ορμή σου
θα'μαι χιλιάδες χείλη μακριά

ΟΛΥΜΠΙΑ ΣΤΑΥΡΟΥ

Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

Βόλτα στα δάκτυλα

Πριν πολλά χρόνια… Οι εποχές βαγόνια ενός αόρατου συρμού περνάνε φορτωμένες γεγονότα. Εκείνη την άνοιξη όμως…

Δούλευα στην Εντατική Μονάδα, μόνιμη απογευματινή βάρδια 3μμ-11μμ.

Καθημερινά καθώς ανηφόριζα το δρόμο για το πέτρινο κτίριο απέναντι από την είσοδο των Εξωτερικών Ιατρείων, την έβλεπα να κάθεται σ’ ένα παγκάκι μόνη της.

Μια γέρικη αναρριχώμενη τριανταφυλλιά με λιγοστά τριαντάφυλλα πάνω από το κεφάλι της, αντί να δροσίζει την εικόνα την έκανε ακόμη πιο καταθλιπτική στα μάτια μου.

Στην Εντατική Μονάδα, ένα μήνα τώρα, νοσηλευόταν η κόρη της που «απλώς λιποθύμησε» όπως είπε στον γιατρό καθώς έδινε το ιστορικό. «Ήταν γερό το παιδί μου γιατρέ θα γίνει καλά ε»;

«Απλώς λιποθύμησε και απλώς εγκατέστησε μια βαριά εγκεφαλική αιμορραγία» μουρμούρισε αυτός.

Σε μας δε μίλησε ποτέ. Όλοι οι συνοδοί των ασθενών που έμεναν πάνω από μια εβδομάδα αλλιώς μας είχαν συνηθίσει. Από τις πρώτες μέρες κιόλας μαθαίναμε τα πάντα γύρω από την πονεμένη ιστορία τους κι όσο περνούσε ο καιρός πρόσθεταν κι άλλα κι άλλα ώσπου, η λύπη στην κορύφωσή της, μ’ έναν άγνωστο μηχανισμό μετατρεπόταν σε κούραση.

Μας κούραζαν οι συνοδοί με τα κλάματά τους, τις ιστορίες τους, τ’ αγιασμένα λάδια τους που λέρωναν τα σεντόνια των αρρώστων.

Δεν το ζήτησε ποτέ, όμως γρήγορα κατάλαβα πως κι αυτή κουραζόταν απ’ την φασαρία των άλλων συνοδών γι’ αυτό φρόντιζα να τη βάζω κρυφά απ’ την πλαϊνή πόρτα της Μονάδας σε ώρες που δεν είχε επισκεπτήριο.

Δε μ’ ευχαρίστησε ποτέ. Κάθε φορά μόνο έκανε ένα αμυδρό κούνημα του κεφαλιού εμπρός που μπορεί να ήταν και η φόρα που έπαιρνε για να βρεθεί μια στιγμή γρηγορότερα με τη μοναχοκόρη της.

Μέσα στο δωμάτιο, αφού πρώτα έριχνε μια-δυο πανοραμικές ματιές σα να το ’βλεπε για πρώτη φορά, τραβούσε μια καρέκλα και καθόταν.

Χάιδευε πρόχειρα και βιαστικά το μέτωπο της κοπέλας κι ύστερα της έπιανε το χέρι. Απαλά άγγιζε ένα ένα τα πρησμένα από την ακινησία δάκτυλα.

Ξεκινούσε από τη βάση της πρώτης φάλαγγας στριφογυριστά σα να τοποθετούσε ένα αόρατο δακτυλίδι κι ύστερα αργά κατηφόριζε στις άλλες, ώσπου χαϊδεύοντας πάντα, έφτανε στο ακροδάκτυλο, στεκόταν για λίγο πάνω στο άσπρο νύχι και με τον ίδιο τρόπο επέστρεφε πίσω για να συνεχίσει με το άλλο δάκτυλο, με το άλλο χέρι.

Μια δυο τρεις πολλές φορές γινόταν αυτή η βόλτα κι ήταν μέρες που θαρρείς αυτό δεν έφτανε, τότε γύριζε το χέρι από την ανάστροφη και ξανάρχιζε από την αρχή μια δυο τρεις πολλές φορές.

Τον κώδικα επικοινωνίας δεν τον έσπασα ποτέ.

Πολλές φορές σκεφτόμουν πως θα ήταν καλύτερα να φώναζε, να έκλαιγε σπαρακτικά, να έπιανε φιλίες μαζί μου, ακόμη και να με κατηγορούσε για κάτι έστω, μόνο να άκουγα τον ήχο του πόνου της. Γιατί τη σιωπή της τη ζήλεψα, με σημάδεψε η ησυχία που ακουμπούσε τριγύρω της και τη θυμάμαι ακόμη από κείνη τη ζεστή σαν καλοκαίρι, λίγο πριν το τέλος της άνοιξη, χρόνια πριν.

ΟΛΥΜΠΙΑ ΣΤΑΥΡΟΥ

ΥΓ
Από την ενότητα Λευκές ιστορίες

Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011

Μικρές γωνίες

Τραβάω τις άκρες της μέρας
να ενώσω εκείνο το διαλυμένο μεσημέρι
που ήρθες περπατώντας πάνω στο χαμόγελό μου
έδωσες μια με το μικρό σου δαχτυλάκι
γκρέμισες όλα τα κρύσταλα της ψυχής μου
κι άφησες μέσα μου
χιλιάδες μικρές γωνίες να με τρυπάνε